«Ούτε Θεός, ούτε αφέντης, ούτε σύζυγος. Αναρχοφεμινισμός τον 19ο αιώνα στην Αργεντινή» (της Maxine Molyneux)

Σύνοψη της ιστορίας της πρώτης αναρχοφεμινιστικής ομάδας στην Αργεντινή κατά τη δεκαετία του 1890.

Η πρώτη ρητά αναρχοφεμινιστική ομάδα του κόσμου δημιουργήθηκε ως μέρος του ακμάζοντος αναρχικού κινήματος του 19ου αιώνα στην αργεντινή. Αυτή η ομάδα δημιούργησε την πρώτη αναρχοφεμινιστική εφημερίδα «La Voz de la Mujer» (Η Φωνή της Γυναίκας). Δυστυχώς, η ιστορία του αναρχοφεμινισμού στην Αργεντινή έχει ελάχιστα αναγνωριστεί, στην καλύτερη περίπτωση με επιγραμματική αναφορά, στη χειρότερη περίπτωση αγνοείται ή ξεχνιέται.

Η «La Voz de la Mujer» εκδόθηκε στο Buenos Aires για εννέα τεύχη, ξεκινώντας στις 8 Γενάρη 1896 και τερματίζοντας το εκδοτικό εγχείρημα σχεδόν ένα χρόνο αργότερα την πρωτοχρονιά του 1897. Η έκδοση στηρίζονταν οικονομικά σε εθελοντικές συνεισφορές. Στην σχετική λίστα οικονομικών συνεισφορών κάθε φύλλου, συμπεριλαμβάνονταν και οι καταχωρήσεις ψευδώνυμων :  «Γυναικεία ομάδα εκδικητριών», «Κάποιος/α που θέλει να γεμίσει ένα κανόνι με τα κεφάλια των αστών», «Ζήτω ο δυναμίτης», «Ζήτω ο ελεύθερος έρωτας», «Μια φεμινίστρια», «Ένα θηλυκό φίδι για να καταβροχθίσει τους αστούς», «Πλήρης απο μπύρα», «Ένας άντρας φιλικός προς τις γυναίκες». Το μεγαλύτερο μέρος της εφημερίδας γράφονταν στα ισπανικά, και περιστασιακά μόνο, στα ιταλικά. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς ο αναρχοφεμινισμός ήρθε στην αργεντινή κυρίως από την ισπανία. Ακόμα και το φεμινιστικό υλικό στον ιταλικό τύπο γράφτηκε σε μεγάλο βαθμό από ισπανίδες συγγραφείς. Μια άλλη εκδοχή της εφημερίδας,  η οποία φέρει το ίδιο όνομα, εκδόθηκε στην επαρχιακή πόλη Rosario (η συντάκτρια της, η Virginia Bolten ήταν η μόνη γυναίκα που ήταν γνωστή ότι απελάθηκε το 1902 με βάση τον «νόμο περί διαμονής», που έδωσε στην κυβέρνηση την δυνατότητα να απελαύνει μετανάστες/στριες που ήταν ενεργοί/ές σε πολιτικές οργανώσεις). Μια άλλη «La Voz de la Mujer» εκδόθηκε στο Montevideo, στην πόλη που εξορίστηκε η Bolten.

Η εφημερίδα «La Voz de la Mujer» αυτοπροσδιορίστηκε ως «αφοσιωμένη στην πρόοδο του αναρχοκομμουνισμού». Το κεντρικό της θέμα ήταν η πολλαπλή φύσης της γυναικείας καταπίεσης. Ένα σημείωμα της έκδοσης δήλωνε : «Πιστεύουμε ότι στην σημερινή κοινωνία τίποτα και κανείς δεν βρίσκεται σε πιο άθλια κατάσταση απ’ ό,τι οι γυναίκες.» Οι γυναίκες, έλεγαν οι συντάκτριες, ήταν δυο φορές καταπιεσμένες, από την αστική τάξη και από τους άνδρες. Ο φεμινισμός της εφημερίδας μπορεί να γίνει αντιληπτός μέσα από την επίθεσή της τόσο στον θεσμό του γάμου όσο και στην αρσενική εξουσία πάνω στις γυναίκες. Οι υποστηρίκτριες της εφημερίδας, όπως και οι αναρχοφεμινίστριες σε άλλα μέρη, ανέπτυξαν την έννοια καταπίεσης επικεντρώνοντας στην έμφυλη καταπίεση. Ο γάμος ήταν ένας αστικός θεσμός που περιόριζε την ελευθερία των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής τους ελευθερίας. Οι γάμοι γίνονταν χωρίς αγάπη, η πίστη διατηρούνταν μέσω του φόβου και όχι μέσω της επιθυμίας, η καταπίεση των γυναικών από μισογύνηδες  άνδρες – όλα αυτά αποτελούν συμπτώματα του εξαναγκασμού που συνεπάγεται η σύμβαση γάμου. Ήταν αυτή η αποξένωση από την αυτόνομη θέληση του ατόμου για την οποία οι αναρχοφεμινίστριες εξέφραζαν απογοήτευση και πάλευαν για την αποκατάστασή της, αρχικά μέσω του ελεύθερου έρωτα και στη συνέχεια, πιο εμπεριστατωμένα, μέσω της κοινωνικής επανάστασης.

Η «La Voz de la Mujer» ήταν μια εφημερίδα γραμμένη από γυναίκες για γυναίκες, ήταν μια ανεξάρτητη έκφραση ενός ρητά φεμινιστικού ρεύματος στο εργατικό κίνημα της Νότιας Αμερικής και ήταν μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες περιπτώσεις συνδιασμού των φεμινιστικών ιδεών με έναν επαναστατικό και ταξικό προσανατολισμό. Όπως συνέβη και με την Emma Goldman, τη Louise Michel και την Voltairine de Cleyre, ο αναρχοφεμινισμός διέφερε από τον «mainstream» φεμινισμό της εποχής, με το βασικό του χαρακτηριστικό ότι ήταν κίνημα της εργατικής τάξης που έβαλε τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία ως μέρος μιας ευρύτερης πάλης ενάντια στις άλλες οικονομικές και κοινωνικές τάξεις και ενάντια στις ιεραρχίες. Δεν επικεντρώθηκε σε μορφωμένες γυναίκες μεσαίας τάξης, των οποίων ο φεμινισμός απορρίφθηκε ως «αστικός» ή «ρεφορμιστικός».

Ο αναρχοφεμινισμός εμφανίστηκε στο Buenos Aires τη δεκαετία του 1890, όπου η οικονομική ανάπτυξη αύξησε τη ζήτηση εργασίας, η οποία ικανοποιήθηκε με τη μετανάστευση σε τεράστια κλίμακα. Η μεγαλύτερη μεταναστευτική κοινότητα ήταν η ιταλική, ακολουθούμενη από την ισπανική και την γαλλική. Ήταν μεταξύ αυτών των μεταναστευτικών κοινοτήτων που η αναρχοφεμινιστική ομάδα που εξέδιδε την «La Voz de la Mujer» δημιουργήθηκε και ενεργοποιήθηκε. Όπως συνέβη και αλλού στην αμερικάνικη ήπειρο, ο αναρχισμός εισήχθη αρχικά από μετανάστες/στριες από τις ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες υπήρχε ένα ισχυρό αναρχικό κίνημα, δηλαδή από την ιταλία, την ισπανία και την γαλλία. Αναρχικές ομάδες και εκδόσεις εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1860 και στη δεκαετία του 1870 και λόγω των κοινωνικών συνθηκών στην αργεντινή, βρήκαν εύφορο έδαφος. Όπως και οι κοινότητες μεταναστών στις οποίες ανήκαν, οι αναρχικοί/ές αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του κινήματος της εργατικής τάξης στην αργεντινή, διαμορφώνοντας τις ιδέες και τους αγώνες αυτού του κινήματος. Οι αναρχικές/οί βοήθησαν να σχηματιστούν μερικά από τα πρώτα συνδικάτα, οργανώνοντας απεργίες και διαδηλώσεις. Στη δεκαετία του 1880 και του 1890 υπήρχαν περίοδοι που εκδίδονταν μέχρι και 20 αναρχικές εφημερίδες ταυτόχρονα στα γαλλικά, ισπανικά και ιταλικά.

Η «La Voz de la Mujer» εμφανίστηκε μετά από μισό αιώνα συνεχούς αναρχικής δραστηριότητας. Ήταν μέρος της αναρχοκομμουνιστικής παράδοσης και αφιερώθηκε στην ανατροπή της υπάρχουσας κοινωνικής συνθήκης και στη δημιουργία μιας νέας, δίκαιης και ισότιμης κοινωνίας, οργανωμένης με βάση την αρχή «από τον καθένα και την καθεμία ανάλογα με τις ικανότητές του/της, στην καθεμία και στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες της/του.» Όπως συνέβη και σε άλλα μέρη, ένα ξεχωριστό φεμινιστικό ρεύμα αναπτύχθηκε με την κύρια ώθηση να δίνεται από τον αναρχοφεμινισμό, που προέρχονταν από ισπανίδες αγωνίστριες (ωστόσο ιταλοί εξόριστοι όπως ο Errico Malatesta και ο Pietro Gori υποστήριζαν τις φεμινιστικές ιδέες στα περιοδικά και στα άρθρα τους). Η ισότητα των αμοιβών για τις γυναίκες προβλήθηκε ως αίτημα και υποστηρίχθηκε από ένα σημαντικό αριθμό εργατικών συνδικάτων στην Εργατική Ομοσπονδία Αργεντινής το 1901.

Η μαχητική αντιρεφορμιστική στάση της «La Voz de la Mujer» είχε μεγάλη απήχηση στις εργαζόμενες στις πόλεις Buenos Aires, La Plata και Rosario, καθώς η έκδοση διήρκεσε ένα χρόνο και τυπώνονταν σε ποσότητες μεταξύ 1.000 και 2.000 αντίτυπα ανα τεύχος, έναν αξιοσέβαστο αριθμό για μια αναρχική εφημερίδα εκείνης της εποχής. Οι συντάκτριές της προέρχονταν από τις μεγάλες ισπανικές και ιταλικές κοινότητες και αυτοπροσδιορίζονταν ως γυναίκες της εργατικής τάξης. Η ιδιαιτερότητά της ως αναρχικής εφημερίδας έγκειται στην αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της γυναικείας καταπίεσης. Κάλεσε τις γυναίκες να κινητοποιηθούν ενάντια στην υποταγή τους τόσο ως γυναίκες όσο και ως εργαζόμενες. Το εκδοτικό σημείωμα του πρώτου φύλλου της εφημερίδας ήταν μια παθιασμένη απόρριψη της γυναικείας εκμετάλλευσης : «Έχουμε μπουχτίσει να είμαστε με τόσα πολλά δάκρυα και τόση δυστυχία. Έχουμε ταλαιπωρηθεί με την ατέλειωτη φροντίδα των παιδιών (όσο αγαπητά κι αν και είναι). Έχουμε αγανακτήσει να ζητάμε και να ικετεύουμε. Για να μην είμαστε τα παιγνίδια άθλιων εκμεταλλευτών ή αχρείων συζύγων, αποφασίσαμε να υψώσουμε συλλογικά και συγχρονισμένα τις φωνές μας και να απαιτήσουμε, ναι, να απαιτήσουμε το κομμάτι που μας αναλογεί στην απόλαυση του πανηγυριού της ζωής».

Η εμφάνισή της εφημερίδας εισέπραξε μια ανάμικτη ανταπόκριση από το υπόλοιπο αναρχικό κίνημα, που κυμάνθηκε από τη σιωπή και την εχθρότητα έως τον έπαινο. Μια αναρχική εφημερίδα εξέφρασε ένα ιδιαίτερα θερμό καλωσόρισμα, δηλώνοντας ότι : «Μια ομάδα αγωνιστριών γυναικών ύψωσε την κόκκινη σημαία της αναρχίας και σκοπεύει να εκδώσει ένα περιοδικό προπαγάνδας διαδίδοντάς το μεταξύ εκείνων που είναι συντρόφισσές τους τόσο στην εργασία όσο και στη δυστυχία. Χαιρετίζουμε τις γενναίες πρωτεργάτριες αυτού του εγχειρήματος και ταυτόχρονα καλούμε όλους τους συντρόφους και όλες τις συντρόφισσές μας να τις υποστηρίξουν σ’ αυτή τους την προσπάθεια.» Αυτή η στάση δεν αποτελούσε έκπληξη, καθώς ένα σημαντικό τμήμα του αναρχικού τύπου εκείνη την εποχή, στήριζε τα φεμινιστικά ζητήματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1890 στην αργεντινή παρατηρείται ολοένα και μεγαλύτερη ανάδειξη των θεμάτων που αφορούν την ισότητα των γυναικών και ειδικότερα θέματα που αφορούσαν τον γάμο, την οικογένεια, την πορνεία και την κυριαρχία των ανδρών πάνω στις γυναίκες. Κάποιες εφημερίδες δημοσίευσαν μάλιστα και ειδικές σειρές μπροσούρων που αφιερώθηκαν στην «γυναικείο ζήτημα». Η ιταλόφωνη εφημερίδα «Questione Sociale» που ιδρύθηκε από την Malatesta όταν ήρθε στην αργεντινή το 1883, εξέδωσε μια σειρά από μπροσούρες «ειδικά αφιερωμένες στην ανάλυση γυναικείων θεμάτων». Το περιοδικό «Germinal», που πρωτοεμφανίστηκε το 1897, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το «γυναικείο ζήτημα» δημοσιεύοντας αρκετά άρθρα κάτω από τη γενική επικεφαλίδα «φεμινισμός» , υπερασπιζόμενο  τον «εξαιρετικά επαναστατικό και δίκαιο χαρακτήρα του φεμινισμού» στεκόμενο ενάντια στις υποτιμητικές οπτικές και κατηγορίες ότι ήταν απά ένα δημιούργημα «κομψών μικρών κυριών». Το περισσότερο αν όχι όλο το φεμινιστικό υλικό που είχε δημοσιευτεί στον αναρχικό τύπο φαίνεται να έχει γραφτεί από γυναίκες.

Ωστόσο, αυτή η φαινομενική συμπάθεια για τον φεμινισμό, κατ ‘αρχήν μέσα στους αναρχικούς κύκλους, συμπορεύονταν με την ουσιαστική αντίθεση στην πράξη. Το πρώτο τεύχος του «La Voz de la Mujer» φαίνεται να έχει προκαλέσει μεγάλη εχθρότητα, διότι στο επόμενο τεύχος οι συντάκτριες επιτέθηκαν σε συγκεκριμένες αντιφεμινιστικές συμπεριφορές που επικρατούσαν μεταξύ των ανδρών του κινήματος. Όπως το έθεσαν: «Όταν εμείς οι ανάξιες και ανίδεες γυναίκες, όπως είμαστε, πήραμε την πρωτοβουλία και εκδώσαμε το «La Voz de la Mujer», θα έπρεπε να γνωρίζουμε, ω εσείς μοντέρνοι απατεώνες, πώς θα απαντούσατε με την παλιά μηχανιστική φιλοσοφία σας στην πρωτοβουλία μας. Θα έπρεπε να έχετε συνειδητοποιήσει ότι οι ηλίθιες γυναίκες έχουν πρωτοβουλία και αυτό είναι το προϊόν της σκέψης. Να γνωρίζετε οτι κι εμείς σκεφτόμαστε. . . Το πρώτο τεύχος του «La Voz de la Mujer» εμφανίστηκε και φυσικά, όλη η κόλαση αποκαλύφθηκε χαλαρά: «Γυναικεία χειραφέτηση ; Γιατί;» «Γυναικεία χειραφέτηση ; Όχι στις χαζές !». . . «Ας έρθει πρώτα η συνολική χειραφέτηση μας, και τότε, όταν εμείς οι άνδρες χειραφετηθούμε και ελευθερωθούμε, θα δούμε και για σάς».

Οι συντάκτριες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες δύσκολα μπορούν να βασιστούν στους άνδρες ότι θα αναλάβουν την πρωτοβουλία να ζητούν ισότητα για τις γυναίκες, δεδομένης αυτής της εχθρικής τους στάσης. Το ίδιο (δεύτερο τεύχος) της εφημερίδας, περιέχει ένα άρθρο με τίτλο «Για τους διαφθορείς του ιδεώδους» στο οποίο προειδοποιούν τους άνδρες : «Θα έπρεπε να καταλάβετε καλύτερα για μια ακόμη φορά ότι η αποστολή μας δεν ανάγεται στο μεγάλωμα και την φροντίδα των παιδιών σας και στο πλύσιμο των ρούχων σας και ότι έχουμε επίσης το αναφαίρετο δικαίωμα να απελευθερωθούμε και να είμαστε απαλλαγμένες από κάθε είδους κηδεμονία, είτε οικονομική είτε συζυγική». Το εκδοτικό του τρίτου τεύχους της εφημερίδας, επιτέθηκε εμφαντικά όχι γενικά στους άνδρες αναρχικούς συντρόφους, αλλά μόνο σε εκείνους τους «ψεύτικους αναρχικούς» που απέτυχαν να υπερασπιστούν ένα από τα πιο όμορφα ιδανικά του αναρχισμού, την χειραφέτηση των γυναικών».

Η οργή των συντακτριών ήταν δικαιολογημένη δεδομένου ότι ο αναρχισμός υποστήριζε την ελευθερία και την ισότητα για όλη την ανθρωπότητα και όχι μόνο για τους άνδρες. Καθώς οι γυναίκες καταπιέζονταν από την πατριαρχία, και ως καταπιεσμένη κοινωνική κατηγορία μπορούσαν σωστά να ζητήσουν υποστήριξη στον αγώνα τους για χειραφέτηση, από συντρόφους αναρχικούς. Ωστόσο, για πολλούς άνδρες αναρχικούς τέτοια θέματα θα μπορούσαν να αγνοηθούν για «μετά την επανάσταση», μια θέση που οι συντάκτριες του «La Voz de la Mujer» δικαίως απέρριψαν ως ιδιοτελή. Δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι ο αναρχισμός, περισσότερο από άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα που έδιναν έμφαση στην οικονομική εκμετάλλευση, μπορούσε να συμπεριλάβει τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία. Ωστόσο, αυτή η θεωρητική υποστήριξη για τον φεμινισμό ήταν συχνά συνδεδεμένη με τον σεξισμό στην πράξη.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί οι φεμινίστριες προσελκύονταν από τον αναρχισμό και γιατί ήταν τόσο σωστά αντίθετες με την υποκρισία των αναρχικών ανδρών. Οι βασικές ιδέες του αναρχισμού τονίζουν τον αγώνα κατά της εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας που ασκείται πάνω στις γυναίκες στο γάμο και στην οικογένεια. Όλες/οι οι αναρχικές/οί πρέπει να αναζητούν την ελευθερία μέσα στις σχέσεις. Η αναρχική έμφαση στην καταπίεση και στις σχέσεις εξουσίας άνοιξε ένα χώρο εντός του οποίου οι γυναίκες θα μπορούσαν να ειδωθούν ταυτόχρονα και ως θύματα της ταξικής κοινωνίας και ως θύματα της ανδρικής εξουσίας. Όπως το εξέφρασε η «La Voz de la Mujer» στο τέταρτο τεύχος της: «Μισούμε την εξουσία γιατί φιλοδοξούμε να είμαστε ανθρώπινα όντα και όχι μηχανήματα που κατευθύνονται από το θέλημα του «άλλου» από όποιον φορέα κι αν ασκείται αυτή η εξουσία, είτε από το κράτος, είτε από την θρησκεία ή οποιοδήποτε άλλο όνομα έχει». Ο σκοπός της εφημερίδα και του συλλογικού αυτού εγχειρήματος γυναικών, συνοψίζεται καλύτερα όταν μία από τις υποστηρίκτριες της εφημερίδας, υπέγραψε ως «Ούτε Θεός,ούτε αφέντης, ούτε σύζυγος».

Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε (στην αγγλική γλώσσα) ολόκληρο το άρθρο «No God, No Boss, No Husband Anarchist Feminism in Nineteenth-Century Argentina» (Latin American Perspectives, Vol. 13, No. 1, Latin America’s Nineteenth – Century History, Winter, 1986) της Maxine Molyneux, στο οποίο βασίστηκε αυτό το εισαγωγικό σημείωμα.

Πηγή εισαγωγικού σημειώματος : libcom.org

Μετάφραση – επιμέλεια για την Ελευθεριακή Ψηφιακή Βιβλιοθήκη : nextstep

This slideshow requires JavaScript.

Διαβάστε επίσης

Δημοσιεύθηκε στην Virginia Bolten, αναρχισμός, Αναρχισμός στη Λατινική Αμερική, Αναρχοσυνδικαλισμός, Αντιπατριαρχικός αγώνας, Γυναίκες της Αναρχίας (βιογραφίες και κείμενα) και χαρακτηρίσθηκε , , , , , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.